Εκπαιδεύτρια Αμαζόνων και Βρωμούσες δαχτυλίδια

Εκπαιδεύτρια Αμαζόνων και Βρωμούσες δαχτυλίδια

Εκπαιδεύτρια Αμαζόνων και Βρωμούσες δαχτυλίδια

-Μαμά δεν θα ήθελες να ξαναζήσεις τα παιδικά σου χρόνια?

Δε σε στενοχωρεί που δεν θα είσαι ξανά παιδί? Με ρώτησε βαθιά συγκινημένη η μικρότερη κόρη μου στο messanger και 12 ώρες μακριά μου με το αεροπλάνο.
-Όχι αγάπη μου, μου αρέσει που μεγαλώνω.

-Μαμά δε σε θυμάμαι όταν μεγάλωνα.

Θυμάμαι τι έκανες για μας και πού μας πήγαινες και πώς περνούσαμε αλλά δε θυμάμαι εσένα. Θυμάμαι μια δυνατή ατρόμητη γυναίκα αλλά τίποτα άλλο. Έτσι νοιώθω πως πρέπει να νοιώθω κι εγώ Δυνατή κι Ατρόμητη. Αυτό έχω σαν παράδειγμα αλλά δε θυμάμαι εσένα.

– Αγάπη μου έτσι σας έδειχνα την… αγάπη μου. Ζωγραφίζοντάς σας νεράιδες στα δωμάτιά σας και ταξιδεύοντάς σας σε θέατρα, συναυλίες και χώρες. Σας έκανα Αμαζόνες. Δεν είστε ούτε 20 χρονών και ζείτε μόνες στην Αμερική και δεν ανησυχώ ούτε στιγμή για εσάς.

– Μαμά τα θυμάμαι όλα αλλά δε θυμάμαι Εσένα και ξέσπασε σε κλάματα.
-Συγνώμη αγάπη μου. Εγώ φταίω.

Νομίζω θα ήθελες να ξαναζήσεις την παιδική σου ηλικία για να πάρεις περισσότερο Μαμά κι όχι εκπαιδεύτρια Αμαζόνων.

– Όχι μαμά εσύ έκανες το καλύτερο. Έχει να κάνει με το χαρακτήρα μου.
-Έχει να κάνει με το πώς σε μεγάλωσα. Σε μεγάλωσα για να βγεις στον Κόσμο και να τον κατακτήσεις, της είπα. Δεν σου έδωσα όμως την τρυφερότητα, το κοίταγμα χωρίς λόγο στα μάτια και το χάδι, το χάδι, το χάδι.
– Καληνύχτα μαμά σ΄αγαπώ.

Ξημέρωσε βρέχοντας και το απόγευμα που σταμάτησε για λίγο βγήκα να περπατήσω. Το σπίτι μας στη Μάνη στέκει μόνο του μακριά από το χωριό. Αυτό, το λάτρευα. Πολική αρκούδα με λέει κάποιος που με ξέρει καλά.  Αφιλοχτένιστη με αποκαλούσε η μικρή μου όταν ήταν νήπιο εννοώντας αφιλόξενη. Ήταν εμφανέστατο πως μου άρεσε μόνη μου. Ήμουν ιδιότροπα επιλεκτική και δύσκολα άφηνα ανθρώπους γύρω μου. Απίστευτα κοινωνική με ξέρουν όλοι οι άλλοι. Μπα…

Τα βήματά μου με πήγαν στην παιδική χαρά του χωριού. Για μένα ίσως  ήταν η δεύτερη φορά που βρέθηκα εκεί. Τα καλοκαίρια που ερχόμασταν διακοπές κάθε απόγευμα κατέβαιναν οι μικρούλες μου για να παίξουν και να βρουν τις φίλες τους. Διέσχιζαν μακρύ κι ερημικό δρόμο μέχρι να φτάσουν. Μόνες πήγαιναν και μόνες γύριζαν. Από πεντάχρονα τα άφηνα βράδυ μέσα στο πηχτό σκοτάδι να ανέβουν την ανηφόρα . Αμαζόνες είπαμε.
Μα πώς είναι δυνατόν και δεν πήγαινα μαζί τους? Να τις βλέπω να χαίρονται και να προσέχω μην πάθουν κάτι, νήπια ήταν.

Φαντάστηκα τα μικρά τους τα ποδαράκια να ανεβαίνουν στις τσουλήθρες. Πόσες φορές δεν έπεσαν και χτύπησαν στα γονατάκια? Πόσες φορές  κάποιο αγκαθάκι τρύπησε τα τρυφερά δαχτυλάκια των ποδιών? Έκλαψαν άραγε? Είπαν «μαμά»? Δεν ξέρω. Εγώ μεγάλωνα Αμαζόνες να βγουν να κατακτήσουν τον Κόσμο.

Οι Αμαζόνες δεν κλαίνε δεν πονάνε, είναι Δυνατές. Μόνο!

Πρώτη φορά που με πήραν τηλέφωνο από κάποιο σπίτι για να πάω με το αυτοκίνητο να τις πάρω είπα …Όχι.
Φοβόντουσαν ήταν βράδυ. Στη φαντασία τους τα χωράφια ήταν γεμάτα κακούς δράκους αλλά εγώ τους είπα …Όχι.
-Αν δεν μπορείτε να επιστρέφετε μόνες σας να μην πηγαίνετε στην παιδική χαρά. Μέσα μου καμάρωνα. Ήμουν εκπαιδεύτρια Αμαζόνων και όταν αυτά γύρισαν πίσω τρομαγμένα το έκρυψαν. Οι Αμαζόνες δεν τρομάζουν.

Κοιτώ γύρω μου την παιδική χαρά και πάω τα βήματά μου πέρα δώθε να πατήσω εκεί που πατούσαν τα μικρά μικρούτσικα πελματάκια. Αχ θα καταφέρω να πατήσω στα δικά τους πατήματα?

“Μείνε μέχρι να νυχτώσει εκπαιδεύτρια μου”, είπα. Περπατώντας κάθε σπιθαμή ψάχνοντας τα μικρά βηματάκια τους, έπεσε η νύχτα για τα καλά. Ξεκίνησα να γυρίσω. Μόλις βγήκα από το χωριό και βρέθηκα στον ανηφορικό δρόμο τον έρημο άρχισα να αγριεύω. Πηχτό σκοτάδι και στα χωράφια με τις ελιές και τα βράχια παραμόνευαν οι κακοί  δράκοι. Και τότε δεν ξέρω γιατί μου ήρθε στο μυαλό κάτι ακόμα που έμαθα για την μικρούλα μου χθες. Της είπα πως με τη βροχή βγήκαν τα μαύρα σκουλήκια, οι βρωμούσες.

– Μαμά όταν ήμουν μικρή και τις έπιανα αυτές τυλιγόντουσαν στο δάχτυλό μου. Τις έκανα δαχτυλίδια.
– Παλαβό ήσουν? Βρωμάνε δε σου μυρίζανε?
– Δεν βρωμάνε αν δεν τις σκοτώσεις.
– Σε μένα γιατί βρωμάνε?
-Θα φοβούνται μην τις σκοτώσεις.
-Ναι τις σκότωνα πετάγοντάς τες στην τουαλέτα.
– Εγώ τις φορούσα δαχτυλίδια και μετά τις άφηνα. Ποτέ δεν μύρισαν, μου είπε.

Και έτσι φούσκωσε η θάλασσα μέσα μου και από πού ξεχείλισε?… από τα μάτια μου.

Έπιασε  πάλι να βρέχει. Θάλασσα με βροχή έγιναν ένα. Κι εγώ επιτέλους βρήκα όλα τα πατηματάκια τους και ένοιωσα όλα όσα ένοιωθαν.

Ώσπου φάνηκε το σπίτι και ένοιωσα ασφαλής. Οι δράκοι δεν με έφαγαν σήμερα αλλά αναρωτήθηκα φωναχτά.

Μάνη, τι σόι εκπαιδεύτρια Αμαζόνων είμαι όταν δεν ήξερα πως η μικρούλα μου έκανε δαχτυλίδια τις βρωμούσες? …και το έμαθα γριά σχεδόν κι εκείνη Αμαζόνα.

…Αμαζόνα 19 χρονών, 12 ώρες μακριά με το αεροπλάνο από σένα…  Μάνη μου.

Εκπαιδεύτρια Αμαζόνων και Βρωμούσες δαχτυλίδια

Gogo Tsakoyani

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

17 + 6 =